Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ (+28 Ιουλίου)


Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ

(Η μνήμη της εορτάζεται στις 28 Ιουλίου)


1. ΤΗΝ ΔΙΑΛΕΓΟΥΝ ΓΙΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

H αγία  Ειρήνη, η Ηγουμένη της Μονής του Χρυσοβαλάντου, καταγόταν από την Καππαδοκία της Μικράς Ασίας. Γεννήθηκε το 835 μ.Χ. όταν ακόμα βασίλευε στο Βυζάντιο ο εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος.
Ο αυτοκράτορας αυτός έγραψε μια από τις χειρότερες σελίδες στην ιστορία της Εκκλησίας μας, γιατί ήταν ένας από τους πιο σφοδρότερους διώκτες των αγίων Εικόνων. Όταν το 842 μ.Χ. πεθαίνει, αναλαμβάνει την διακυβέρνηση του Βυζαντινού κράτους η ευσεβεστάτη σύζυγός του Θεοδώρα, μέχρι να ενηλικιωθεί ο γιος του ο Μιχαήλ Γ΄ , ο επονομαζόμενος μέθυσος.
Ο ατίθασος όμως και υπερβολικά ζωηρός χαρακτήρας του νεαρού Μιχαήλ, φοβίζει την μητέρα του Θεοδώρα και την υποχρεώνει να λάβει δραστικά μέτρα για να τον γλυτώσει από τις διάφορες κακοτοπιές της ζωής, που θα είχαν φοβερό αντίκρισμα στην πορεία του κράτους.
Αφού λοιπόν συνεννοείται με τον αδελφό της τον πρωθυπουργό Βάρδα και την γυναίκα του, αποφασίζουν να βρουν μια πολύ όμορφη, έξυπνη, συνετή και ηθική κοπέλα για να τον παντρέψουν.
Σαν τέτοια, επέλεξαν την δεκαπεντάχρονη Ειρήνη από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, που ήταν αδελφή της γυναίκας του Βάρδα και είχε ένδοξη, αρχοντική και πολύ πλούσια καταγωγή.
 Όλη η Καππαδοκία εξάλλου μιλούσε για την ομορφιά, τις αρετές και τα πολλά χαρίσματα που στόλιζαν την Ειρήνη, την πανέμορφη δεύτερη κόρη του ένδοξου στρατηγού της Καππαδοκίας.
Όρισαν λοιπόν ημερομηνία γάμου και έστειλαν την αυτοκρατορική φρουρά να συνοδέψει την μελλόνυμφο καλλονή από την Καισάρεια του Πόντου στην ξακουστή πρωτεύουσα του Βυζαντινού κράτους.


2. ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟ

Καθ’ οδόν προς την Κωνσταντινούπολη, έπρεπε να περάσουν κοντά από το μεγαλόπρεπο και πάντοτε χιονισμένο βουνό του Ολύμπου.
Το βουνό αυτό ήταν φημισμένο για τις πολλές εκατοντάδες αφιερωμένες στο Θεό άγιες ψυχές που ζούσαν εκεί ασκητικά, έχοντας σαν πνευματικό οδηγό τον μεγάλο ασκητή όσιο Ιωαννίκιο.
 Ενώ περνούσαν από το βουνό αυτό, δεν συζητούσε τίποτα άλλο όλη η βασιλική συνοδεία εκτός από τα υπεράνθρωπα ασκητικά αγωνίσματα των άσαρκων επί γης αγγέλλων, που νύχτα μέρα, ασταμάτητα, δοξολογούσαν τον Θεό.
Λέγεται πως υπήρχαν πάρα πολλοί που έκαναν μεγάλα θαύματα και είχαν προορατικό χάρισμα, ώστε να βλέπουν το μέλλον σαν να ήταν παρόν.
Όλους αυτούς όμως, τους ξεπερνούσε ο όσιος Ιωαννίκιος που ήταν γνωστός παντού, μέχρι και αυτή την Κωνσταντινούπολη για την μεγάλη του αγιότητα. Λεγόταν μάλιστα γι’ αυτόν, πως τον έβλεπαν μόνο οι άξιοι, γιατί στους ανάξιους γινόταν αόρατος.
Όλα αυτά τα ακούσματα διέγειραν την προσοχή της Ειρήνης, που με επιμονή παρακάλεσε τους συνοδούς της να την ανεβάσουν μέχρι το βουνό του Ολύμπου, για να γνωρίσει τον όσιο Ιωαννίκιο και να πάρει την ευχή και την ευλογία του.
Δεν πρόφθασε να ανέβει το βουνό, όταν βλέπει ξαφνικά μπροστά της ένα σεβάσμιο γέροντα ασκητή να την χαιρετά και προορατικά να της λέγει:

- Καλώς ήλθες δούλη του Θεού Ειρήνη.  Πήγαινε με χαρά στη Βασιλεύουσα, γιατί η Μονή του Χρυσοβαλάντου σε χρειάζεται να ποιμάνεις τις μοναχές της.

Ξαφνιάστηκε η Ειρήνη σαν άκουσε από τον όσιο Ιωαννίκιο το όνομά της, όπως και αυτό που την προορίζει ο Θεός. Γονάτισε με ευλάβεια και σεβασμό μπροστά στα πόδια του γέροντα ασκητή και ζήτησε με ταπείνωση την ευλογία του.
Εκείνος την ευλόγησε και με πατρική στοργή της έδωσε διάφορες πνευματικές συμβουλές, χρήσιμες για την πνευματική της προκοπή.
Τα λόγια του σεβάσμιου ασκητή έπεσαν σαν πολύτιμη δροσιά στη διψασμένη ψυχή της μικρής Ειρήνης. Στην καρδιά της απλώθηκε μια υπερκόσμια γαλήνη και χαρά, τόσο μεγάλη, που ποτέ ξανά δεν είχε γευτεί.
Παράξενα και πρωτόγνωρα συναισθήματα αγάπης στο Χριστό πλημμύρισαν την ύπαρξή της. Για πρώτη φορά ζηλεύει όλους αυτούς που με πραγματικό πνευματικό έρωτα στο Χριστό απαρνήθηκαν τον κόσμο με όλες τις πρόσκαιρες χαρές και ακολούθησαν τον αγγελικό βίο της μοναχικής ζωής.
Για μια στιγμή, σκέφτεται να μην συνεχίσει το ταξίδι της στην Κωνσταντινούπολη όπου την περιμένει το βασιλόπουλο, για να ακολουθήσει την ζωή των ασκητών που μόλις είχε γνωρίσει και να αξιωθεί και αυτή των θείων χαρισμάτων.
Οι φωνές όμως και οι παρακλήσεις της βασιλικής συνοδείας να μην καθυστερήσουν άλλο, την έφεραν πίσω στη στυγνή πραγματικότητα.
Συνέχισε τώρα το ταξίδι, όχι όμως με την ίδια χαρά όπως το άρχισε. Το μυαλό της είχε μείνει πίσω, στην αγιασμένη μορφή του οσίου Ιωαννίκιου. Τα λόγια του περνούν συνεχώς από το μυαλό της και η Μονή του Χρυσοβαλάντου έγινε το όραμα της ζωής της.
Πόσα πράγματα άλλαξαν μέσα της σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Φοβάται να εξωτερικεύσει τους καινούριους πόθους της, να αφιερωθεί δηλαδή πλήρως στην αγάπη του Θεού και να γίνει μοναχή.
Γνωρίζει τις αντιδράσεις που θα έχει. Αποφασίζει λοιπόν να αφιερώσει τον υπόλοιπο χρόνο που της έχει απομείνει μέχρι να φθάσει στη Βασιλεύουσα, σε θερμή ικεσία στον αγαπημένο της Ιησού.
Τον παρακαλεί να αλλάξει τις καταστάσεις και από νύμφη επίγειου βασιλιά, να την αξιώσει να γίνει Νύμφη δική Του.
Οι προσευχές της σαν φωτιά ανεβαίνουν στον Ουρανό ενώ τα δάκρυά της κατρακυλούν αδιάκοπα στα τρυφερά της μάγουλα.
Ο ουράνιος Νυμφίος δέχεται την πολύτιμη αγάπη της και προετοιμάζει τις καταστάσεις.

3. ΦΕΥΓΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΗ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ

Δεν πρόλαβε η βασιλική συνοδεία να φθάσει στα περίχωρα της Βασιλεύουσας, όταν φθάνει το μήνυμα ότι ο βασιλιάς  έχει ήδη παντρευτεί κάποια άλλη γυναίκα.
Και ενώ μεγάλη θλίψη απλώθηκε σ’ όλους, γι’ αυτή την απρόσμενη εξέλιξη που πήρε ο γάμος του βασιλιά, η μόνη που έμεινε να χαίρεται και να δοξάζει το Θεό γι’ αυτή την αλλαγή, ήταν η Ειρήνη.
Πιστεύει απόλυτα ότι ο αγαπημένος της Ιησούς δέχτηκε την ολόψυχη επιθυμία να είναι Αυτός ο μοναδικός Νυμφίος της καρδιάς της, γι’ αυτό και άλλαξαν οι καταστάσεις.
Βέβαια δεν ήταν λίγοι οι μνηστήρες, άρχοντες και μεγιστάνες της Βασιλεύουσας, που ξαφνικά παρουσιάστηκαν να ζητούν σε γάμο την πανέμορφη Ειρήνη.
Βλέπεις η ομορφιά και τα πλούσια χαρίσματά της δεν μπορούσαν να κρυφτούν.
Αυτή όμως είναι αποφασισμένη να ακολουθήσει τον πόθο της καρδιάς της και να πάει στη Μονή του Χρυσοβαλάντου, εκεί που η θεία θέληση με το στόμα του οσίου Ιωαννικίου της είχε προαναγγείλει.
Η χαρά της ήταν απερίγραπτη, όταν οι άνθρωποι που έστειλε για να δουν και να της περιγράψουν το Μοναστήρι, επέστρεψαν και της είπαν τα πιο όμορφα λόγια γι’ αυτό.
Όλοι το εγκωμίαζαν για την πανέμορφη τοποθεσία, για τον καθαρό αέρα, για το καταπράσινο τοπίο, τα γάργαρα νερά, αλλά προπάντων για την αγία ζωή που ζούσαν οι ευσεβείς εκεί μοναχές.
Η Ειρήνη δεν μπορεί να συγκρατήσει άλλο την επιθυμία της ψυχής της.
Χαρίζει λοιπόν με βιασύνη σε φτωχούς και ανήμπορους την περιουσία της. Ελευθερώνει όλους εκείνους τους δούλους, που ο πατέρας της κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης της είχε δώσει για να την υπηρετούν και, πιο γρήγορα από το γοργόφτερο ελαφάκι που τρέχει στις πηγές νερό να βρει για να ξεδιψάσει, έρχεται η μικρή Ειρήνη στο περίφημο Μοναστήρι του Χρυσοβαλάντου.

4. ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΟΝΑΧΗ

Ξαφνιάστηκε η αγία Ηγουμένη σαν είδε εμπρός της την αρχοντοπούλα Ειρήνη να ζητά με ταπείνωση και δάκρυα να την συγκαταριθμήσει στο χορό των μοναζουσών του μοναστηριού της.
Την ρωτά μήπως από ερωτική απογοήτευση, επειδή ο βασιλιάς πήρε άλλη για γυναίκα του, θέλει να γίνει αυτή μοναχή. Η Ειρήνη αρνείται και της εξιστορεί με κάθε ειλικρίνεια τα όσα συνέβησαν στη συνάντησή της με τον όσιο Ιωαννίκιο, εκεί στο βουνό του Ολύμπου. 
Και η ίδια όμως η Ηγουμένη, δεν αργεί να αντιληφθεί τον άσβεστο πόθο της αγάπης στο Χριστό, που έχει βαθιά μέσα στην καρδιά της η αρχόντισσα Ειρήνη.
Σημάδια εξάλλου θεϊκά της έχουν αποκαλύψει ότι η πανέμορφη αυτή κόρη είναι εκλεκτό σκεύος του αγίου Πνεύματος.
Με καταφανή μητρική στοργή και συγκίνηση, η αγία Ηγουμένη την δέχεται στο μοναστήρι του Χρυσοβαλάντου και σε λίγες μέρες ενώπιον του αγαπημένου Νυμφίου Χριστού την κάνει μοναχή.
Μαζί με τα χρυσόξανθα μαλλιά της που κόβει κατά την κουρά της, η τρισευλογημένη αυτή κόρη κόβει από την καρδιά της και κάθε τι που θα της θυμίζει τον κόσμο και όλες τις ηδονές του. Φοράει στη συνέχεια ένα τρίχινο ράσο, αυτή που μέχρι τώρα μόνο μεταξωτά και απαλά ρούχα φορούσε, και περνάει στα χέρια της ένα κομβοσχοίνι, πολύτιμο βοήθημα για την αδιάλειπτη προσευχή και τρομερό όπλο κατά του διαβόλου.
 Με βαθιά ταπείνωση και χαρά υπηρετεί όλους, χωρίς να σκέπτεται την ένδοξη καταγωγή της. Οι ευγενικοί της τρόποι, η γεμάτη καλοσύνη και άδολη αγάπη καρδιά της, όπως και η μεγάλη ευσέβειά της την κάνουν αγαπητή σε όλο το μοναστήρι.
Υποτάσσεται σε όλους τόσο πολύ, σαν ήταν η τελευταία δούλη. Προσέχει να μη λυπήσει ή να σκανδαλίσει καμιά. Όλες οι αδελφές την αγαπούν και την σέβονται πολύ.
Το πρόσωπό της είναι πάντα χαρούμενο και τα χείλη της ψελλίζουν διαρκώς προσευχές. Το να μιλάει με τον αγαπημένο της Ιησού στην προσευχή είναι η μεγαλύτερη της χαρά και ευτυχία.
Πηγαίνει πρώτη στις ακολουθίες της εκκλησίας και φεύγει τελευταία. Στο κελί της, η αγαπημένη της ασχολία είναι η ανάγνωση των  βίων των αγίων, των οποίων τη ζωή προσπαθεί  να μιμηθεί.

5. ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΑ

Ούτε ένας χρόνος δεν έχει περάσει από τότε που ήλθε στο μοναστήρι και όλες οι αρετές και τα θεϊκά χαρίσματα άρχισαν να στολίζουν την ψυχή της.
Ο μεγάλος της πόθος είναι να ζει σ’ αυτή τη γη όπως οι άγγελοι στον ουρανό, δηλαδή με αδιάλειπτη προσευχή και δοξολογία του Θεού.
Επηρεασμένη από το βίο του μεγάλου οσίου Αρσενίου, ο οποίος όταν προσευχόταν σήκωνε τα χέρια του στον ουρανό αποβραδίς και τα κατέβαζε το πρωί, ζήτησε από την Ηγουμένη της ευλογία για να κάνει και αυτή το ίδιο.
Η Ηγουμένη αρνήθηκε στην αρχή να της επιτρέψει κάτι τέτοιο, γιατί φοβήθηκε μήπως από τον πολύ κόπο αρρωστήσει. Μετά όμως της έδωσε τη σχετική άδεια γι’ αυτό το μεγάλο κατόρθωμα. Έβλεπε με συγκίνηση, το μεγάλο πόθο που έκαιγε μέσα στην καρδιά της, να κάνει με βαθειά ταπεινοφροσύνη, οτιδήποτε δύσκολο και μεγάλο για χάρη του αγαπημένου της Ιησού.
Τόσο πολύ η θεία Χάρις σκέπασε, δυνάμωσε και ευλόγησε την μικρή αυτή κόρη, στο μεγάλο αυτό άθλημα, που, σαν τον Μωυσή, προσευχόταν με τα χέρια σηκωμένα στον ουρανό, από το βράδυ μέχρι το πρωί. Άλλες φορές, όλη νύχτα και όλη μέρα, χωρίς καθόλου να σαλεύει!
Προσευχόταν με τέτοια πίστη, πόθο και αγάπη στον Χριστό, που έκανε τους μεν αγγέλους στον ουρανό να πανηγυρίζουν, τους δε δαίμονες στη γη να φρίττουν και να ουρλιάζουν.
Μάταια προσπαθούσαν οι δαίμονες να την πληγώσουν με τα πυρωμένα τους βέλη και να την παρασύρουν σε κάποιο αμάρτημα.
Κάθε προσπάθεια να την παρακινήσουν σε σαρκικές ηδονές ή να της βάλουν στο μυαλό διάφορους πονηρούς λογισμούς αποτύγχανε.
Η δούλη του Θεού είχε δαμάσει με την μεγάλη άσκηση, την βαθειά ταπεινοφροσύνη και την τακτική εξομολόγηση, κάθε αμαρτωλή επανάσταση του σώματος και της ψυχής.
Ξεκούραση δεν έδινε ποτέ στο ταλαιπωρημένο της σώμα.
Δεύτερο ρούχο δεν είχε για να φορά. Ένα φορούσε κάθε χρόνο, που το άλλαζε κάθε Πάσχα, ενώ το παλιό το χάριζε σε κάποια φτωχή.
Έτρωγε μια φορά την ημέρα λίγα λάχανα, με ελάχιστο ψωμί και νερό.
Υπηρετούσε τους πάντες με τέτοια ταπείνωση και αγάπη, που έκανε όλη την αδελφότητα να την σέβεται και να την θαυμάζει.
Μέσα της υπήρχε άπειρη αγάπη και λατρεία στο Θεό, όπως και άπειρο μίσος για το κακό και την αμαρτία.
Απερίγραπτο όμως ήταν και το μίσος του σατανά, που με χίλιες δυο επιθέσεις,  που έκανε νύχτα μέρα στην αγία, προσπαθούσε να σπάσει την αντίστασή της.
Άλλες φορές μαζευόντουσαν όλοι οι δαίμονες έξω από το κελί της και με φωνές άγριες και ουρλιαχτά ήθελαν να την τρομοκρατήσουν. Πολλές φορές έπαιρναν τη μορφή άγριων και επικίνδυνων ζώων, φιδιών και ερπετών, που ήθελαν να την βλάψουν.  Για επίδειξη δύναμης παρουσιαζόντουσαν μπροστά της πλήθος δαίμονες με πολύ άσχημες και αποκρουστικές μορφές, απειλώντας την πως θα την κακοποιήσουν, θα την δείρουν και θα την πάρουν μαζί τους στα σκοτεινά βασίλεια του Άδη.
Η αγία μας κατέφευγε τότε στη θεία βοήθεια. Γονάτιζε μπροστά στις άγιες εικόνες του Σωτήρα και της Θεοτόκου αλλά και των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, στη μνήμη των οποίων γιόρταζε το μοναστήρι της και με θερμή προσευχή και δάκρυα, ζητούσε την ουράνια βοήθεια.
Στη συνέχεια, έκανε το σημείο του σταυρού προς το μέρος τους και με την πύρινη προσευχή της όλοι αυτοί οι δαίμονες, ουρλιάζοντας από μίσος, φοβισμένοι και τρομοκρατημένοι,  αμέσως εξαφανιζόντουσαν.

6. ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ

Μια φορά, ήταν τόσο δυνατή η επίθεσή τους και τόσα τραύματα της έδωσαν, που γονάτισε η μακαρία με πόνο στη γη και έμεινε εκεί για πολλές μέρες και νύχτες, με θερμή προσευχή και δάκρυα, παρακαλώντας τον Κύριο να την σπλαχνιστεί.
Βλέποντας ο Κύριος την μεγάλη ταπείνωση, τη θερμή προσευχή και την μοναδική άπειρη αγάπη της γι’ Αυτόν, όχι μόνο την απάλλαξε από τις επιθέσεις αυτές αλλά της έστειλε πιο πλούσια ακόμη τη θεία Χάρη. Μια θεϊκή γαλήνη και ειρήνη πλημμύρισε την καρδιά της, κάνοντάς την να νιώθει τρισευτυχισμένη και ένα ουράνιο φως απλώθηκε τριγύρω της, που έδιωξε από κοντά της κάθε τι σκοτεινό και σατανικό.
Από τότε πλέον οι δαίμονες με φόβο και τρόμο την έβλεπαν, γιατί δεν μπορούσαν να πειράξουν την αγιασμένη ψυχή της.
Οι μεγάλοι αυτοί αγώνες και τα πολλά χαρίσματα της δεν επρόκειτο να μείνουν κρυφά. Το όνομά της γνωστοποιείται από τόπο σε τόπο, σ’ όλη την αυτοκρατορία και στην Κωνσταντινούπολη, τόσο γρήγορα, που όλοι θέλουν να την δουν και να πάρουν την ευχή της.
Άρχοντες και Συγκλητικοί, άνθρωποι του Παλατιού και αρχόντισσες, μικροί μεγάλοι, πλούσιοι και πτωχοί, έρχονται κοντά της για να ξεδιψάσουν από τα γεμάτα σοφία λόγια της.
Πολλές γυναίκες αφήνουν τα εγκόσμια και γίνονται μοναχές στο μοναστήρι της.

7. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ

Όσο αποφεύγει τις δόξες και τους επαίνους του κόσμου, τόσο ο κόσμος την τιμά και την αγαπά.
Η Ηγουμένη την θαυμάζει και δοξάζει το Θεό που αξιώθηκε να έχει στο μοναστήρι της ένα τέτοιο επίγειο άγγελο.
 Όλες οι μοναχές την αγαπούν υπερβολικά, σαν αδελφή και σαν πνευματική τους μητέρα.
Τα βλέπει αυτά η Ηγουμένη και χαίρεται πολύ. Η ίδια είναι πλέον σε μεγάλη ηλικία και η βαριά αρρώστια που περνά την κάνει να διαισθάνεται τον επικείμενο θάνατό της.
Οι μοναχές την αγαπούν πολύ, όχι μόνο για τις πολλές αρετές που την στολίζουν αλλά και γιατί τις αγαπά όλες με μητρική στοργή σαν πραγματικά παιδιά της. Γι’ αυτό και είναι απαρηγόρητες με τη σκέψη ότι σύντομα θα την χάσουν από κοντά τους.
Μια μέρα, που δεν μπορούσε πλέον να σηκωθεί από το κρεβάτι της και η αρρώστια έδειχνε πως ο Κύριος σύντομα θα έπαιρνε κοντά του την εκλεκτή δούλη του, όλες οι μοναχές μαζεύτηκαν τριγύρω της και έκλαιγαν απαρηγόρητα.
Μαζί τους έκλαιγε και η ταπεινή Ειρήνη, που στο πρόσωπο της Ηγουμένης έβλεπε την υπέροχη εκείνη πνευματική μητέρα, που με τη μοναδική τρυφερή στοργή και τις αλάνθαστες σοφές συμβουλές, την οδηγούσε στην κατάκτηση των αρετών και την απόκτηση των θείων χαρισμάτων.
Η Ηγουμένη νιώθοντας τον πόνο τους για τον επικείμενο θάνατό της αλλά και την αγωνία των μοναζουσών για την διαδοχή της, τους είπε:

- Μη λυπάστε αγαπημένες μου κόρες για τον θάνατό μου. Η καρδιά μου ανυπομονεί πότε θα βρεθώ κοντά στον αγαπημένο μου Σωτήρα, τον Κύριο μου Ιησού, που με πόθο πολύ αγάπησα και λάτρεψα με όλη μου την ψυχή. Δεν θα μείνετε μετά το θάνατό μου ορφανές, γιατί θα έχετε πιο καλή, πιο ικανή, πιο συνετή από μένα Ηγουμένη, την αγαπημένη σας αδελφή Ειρήνη. Αυτήν προτείνω να εκλέξετε και καμιά άλλη, γιατί είναι σκεύος εκλεκτό του Παναγίου Πνεύματος και θα σας οδηγεί με αγάπη και σοφία στην αγκαλιά του Θεού.

Τα λόγια αυτά φρόντισε να τους τα πει όταν δεν ήταν εκεί η Ειρήνη, από φόβο μήπως από ταπείνωση, επειδή μισούσε τις θέσεις και τις τιμές για να μην την κάνουν ηγουμένη, έφευγε από το μοναστήρι.
Η πρόταση της αγίας Ηγουμένης προκάλεσε τον ενθουσιασμό των μοναζουσών, που αγαπούσαν όλες την Ειρήνη σαν πνευματική τους μητέρα.
Κι αυτές όμως με τη σειρά τους, δεν της είπαν τίποτε αλλά έκρυψαν μέσα στην καρδιά τους την επιθυμία τους να την κάνουν ηγουμένη, από τον ίδιο φόβο μήπως την χάσουν, επειδή ήξεραν ότι δεν θα δεχόταν από υπερβολική ταπείνωση το μεγάλο αυτό αξίωμα.  
Όταν επιδεινώθηκε η αρρώστια πολύ και ο θάνατος ήταν πλέον πολύ κοντά, έστειλε η Ηγουμένη και φώναξαν την Ειρήνη για να την ευλογήσει.
Αφού την ευλόγησε και έδωσε τις τελευταίες σοφές συμβουλές της, μέσα σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη συγκίνηση από τα πονετικά δάκρυα της Ειρήνης, έκανε για τελευταία φορά το σημείο του σταυρού και είπε:

- Δοξασμένος να είσαι πολυεύσπλαχνε Θεέ μου.

Και μ’ αυτά τα λόγια παρέδωσε την αγία της ψυχή στα χέρια των αγίων αγγέλων που της συμπαραστέκονταν.

8. Η ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΗ

Αφού με πόνο και βαθιά θλίψη κήδευσαν όλες οι αδελφές την Ηγουμένη τους, μαζεύτηκαν μετά στο ηγουμενείο για να εκλέξουν την καινούρια ηγουμένη. Μαζί τους ήταν και η ταπεινή Ειρήνη.
Τα μάτια όλων των μοναζουσών ήταν στραμμένα πάνω στην ευλογημένη δούλη του Θεού Ειρήνη. Αυτήν ήθελαν όλες να έχουν για πνευματική μητέρα.
Πώς όμως θα την έπειθαν να αποδεχτεί το μεγάλο αυτό αξίωμα της ηγουμένης, αφού μόνο την τελευταία θέση ήθελε πάντα να έχει; Είχαν και το φόβο μήπως από ταπείνωση, για να μη γίνει ηγουμένη, τους έφευγε από το μοναστήρι κρυφά. Παρακαλούσαν λοιπόν το Θεό με δάκρυα να τους φωτίσει πώς να χειριστούν το θέμα.
Με θεία τότε φώτιση αποφάσισαν να  αναφέρουν το πρόβλημα στον άγιο και ομολογητή Πατριάρχη Μεθόδιο και να φροντίσει αυτός για την επίλυσή του.
Ήταν γνωστή σε όλους η αγιότητα του ανθρώπου αυτού, που στα δύσκολα χρόνια της εικονομαχίας  βασανίσθηκε πολύ σκληρά. Ήταν ορατά στο σώμα του τα πολλά μαρτύρια που του έκαναν οι εικονομάχοι. Είχε Πνεύμα Άγιο πάνω του και έκανε πολλά θαύματα. Είχε δε προορατικό χάρισμα και γνώριζε τα μέλλοντα.
Σ’ αυτόν λοιπόν αποφάσισαν να καταφύγουν όλες οι αδελφές για να τους βοηθήσει στο μεγάλο τούτο πρόβλημα.
Πράγματι, αφού πήραν μαζί τους με το ζόρι και την Ειρήνη, ήλθαν στον Πατριάρχη.
Εκείνος, αφού με χαρά τις υποδέχτηκε, τις ρώτησε αμέσως:

- Ποια απ’ όλες προτείνετε για ηγουμένη σας;

- Αυτήν που θα μας υποδείξει η αγιοσύνη σας, γιατί πιστεύουμε ότι το Άγιο Πνεύμα που κατοικεί στην καρδιά σας, θα σας φανερώσει ποια είναι άξια να γίνει η πνευματική μας Μητέρα.

- Εγώ γνωρίζω, απ’ αυτά που μου αποκάλυψε ο Θεός, ότι όλες σας θέλετε για ηγουμένη σας τη σεμνότατη Ειρήνη, της οποίας την άγια και ενάρετη ζωή μου φανέρωσε ο Θεός.

Σαν άκουσαν αυτά, οι μοναχές θαύμασαν το προορατικό χάρισμα του αγίου Πατριάρχη τους και του είπαν:

- Ας είναι δοξασμένος ο άγιος Θεός που κατοικεί στη μακάρια ψυχή σας και σας φωτίζει να φανερώνετε  τα απόκρυφα.

Τότε ο άγιος αυτός Πατριάρχης, αφού κάλεσε κοντά του την Ειρήνη, της είπε να μη στεναχωριέται και να μη κλαίει για την απόφαση αυτή, γιατί είναι το θέλημα του Θεού. Στο μεγάλο έργο που την διάλεξε ο Κύριος για να καθοδηγήσει στην αγιότητα τις αφιερωμένες σ’ Αυτόν ψυχές, δεν θα είναι μόνη της. Το άγιο Πνεύμα θα την φωτίζει και θα την κατευθύνει.
Αφού τέλειωσε τις σοφές διδασκαλίες του, σηκώθηκε από το θρόνο του και οδήγησε την αδελφότητα μαζί με την νεοεκλεχθείσα ηγουμένη στον Πατριαρχικό Ναό, όπου με ύμνους και ψαλμωδίες χειροτόνησε την Ειρήνη σε διάκονο της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Οι καρδιές όλων ήταν πλημμυρισμένες από χαρά και ευτυχία. Η μόνη που ήταν απαρηγόρητη, γιατί πίστευε πως δεν ήταν άξια γι’ αυτό το μεγάλο αξίωμα, ήταν η Ειρήνη.
Όλες τότε οι αδελφές, αφού γονάτισαν κοντά της για να τους δώσει την πρώτη ηγουμενική ευλογία, με λόγια αγάπης, σαν παιδιά στην πιο τρυφερή και γλυκιά μητέρα τους, της υποσχέθηκαν πως θα την ακούν και θα τηρούν τα θεϊκά προστάγματα.
Οι συγκινητικές εκφράσεις αγάπης των μοναζουσών στην νέα τους Ηγουμένη, έκαναν την αγία Ειρήνη να γονατίσει ενώπιον της εικόνας του εσταυρωμένου Χριστού και να ζητήσει, με πύρινη προσευχή και δάκρυα θερμά, την θεϊκή βοήθεια.
Παρακάλεσε τον Θεό όσο αυτή θα ήταν ηγουμένη να μη μπορέσει ποτέ ο διάβολος να κερδίσει καμιά ψυχή.
Ποιος μπορεί να περιγράψει τη χαρά και την ευτυχία του κόσμου, όταν πληροφορήθηκαν πως η Ειρήνη, το εκλεκτό αυτό σκεύος του Παναγίου Πνεύματος, είχε εκλεγεί Ηγουμένη της Μονής του Χρυσοβαλάντου!
Πλήθος κόσμου ήρθε στο μοναστήρι για να πάρει την ευχή της. Οι αδελφές ευχαριστούσαν με ύμνους και δοξολογίες τον Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο. Όλοι χαιρόντουσαν και πανηγύριζαν.
 Η ευλογημένη Ειρήνη, γονατιστή τώρα μπροστά στην εικόνα του αγαπημένου της Ιησού, αποφασίζει να αυξήσει τους ασκητικούς κόπους, τις νηστείες, τις αγρυπνίες και τις προσευχές, για χάρη των πνευματικών της παιδιών.
Όπως μια μάνα θέλει ό,τι έχει να τα δίνει στα παιδιά της, έτσι και αυτή θέλει να χαρίζει στον Χριστό κάθε της ασκητικό κόπο για να ευλογεί και να αγιάζει ο Θεός τις μοναχές της.

9. ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Υπηρετεί τις μοναχές με τέτοια αυταπάρνηση του εαυτού της, κάνοντας τις πιο δύσκολες και τελευταίες δουλειές του μοναστηριού σαν να ήταν δούλη που, αν δεν ήξερε κάποιος ότι ήταν ηγουμένη, δεν θα μπορούσε  καθόλου να το φανταστεί.
Δούλευε και νοερά προσευχόταν. Κι ενώ τη μέρα κουραζόταν πολύ, το βράδυ δεν έδινε λίγη ανάπαυση στο σώμα της. Περνούσε τη νύχτα με πολλές γονυκλισίες και προσευχές. Η ασκητική της ζωή προκαλούσε το θαυμασμό των αγγέλων και το μίσος των δαιμόνων.
Όταν σήκωνε τα χέρια της στην προσευχή, η καρδιά της γινόταν ένα καμίνι αναμμένο από την αγάπη που είχε στο Χριστό.
Ο νους της ήταν απορροφημένος τόσο πολύ στη δόξα του θεού, που, πολλές φορές, για μέρες ήταν ακίνητη σ’ αυτή τη στάση της προσευχής!
Τα χέρια της, έμεναν σηκωμένα και ακίνητα, άλλες φορές ένα ημερονύχτιο, άλλοτε δύο, τρία, ακόμα και μια βδομάδα! Έτσι όταν ήθελε να τα κατεβάσει, δεν μπορούσε μοναχή της και την βοηθούσε μια αδελφή. Έκαναν τότε τόσο θόρυβο οι αρμοί των χεριών της από το λύγισμα, που ακουγόταν από μακριά.
Το ελάχιστο φαγητό της, από λίγο ξερό ψωμί, λίγα λάχανα, λίγα βραστά όσπρια, λίγα φρούτα και λίγο νερό, γινόταν ακόμα πιο ελάχιστο τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τότε έτρωγε μια φορά την εβδομάδα, από λίγα φρούτα, λάχανα και λίγο νερό.

10. ΑΠΟΚΤΑ ΤΟ ΠΡΟΟΡΑΤΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ

Από το φόβο της, μήπως ο παμπόνηρος δαίμονας ξεγελάσει καμιά μοναχή με πονηρούς λογισμούς ή άλλα πονηρά τεχνάσματα, τολμά να ζητήσει ταπεινά από το Θεό το προορατικό χάρισμα.
Θέλει να γνωρίζει από αγάπη και όχι από περιέργεια και τα πιο απόκρυφα σφάλματα των αφιερωμένων ψυχών που της εμπιστεύτηκε ο Κύριος, για να μπορεί να τις βοηθά καλύτερα από τις διάφορες πειρασμικές καταστάσεις.
Ο Κύριος ακούει την παράκλησή της και ικανοποιεί το αίτημά της.
 Στέλνει Άγγελο από τον ουρανό, με στολή αστραφτερή, που της λέει:

- Χαίρε δούλη του Θεού, πιστή και ευλογημένη. Ο Κύριος με έστειλε να σε διακονήσω, όπως του ζήτησες, για όλους εκείνους που πρόκειται να σωθούν χάρη σε σένα. Με διέταξε να στέκομαι πάντα δίπλα σου, για να σου φανερώνω τα απόκρυφά τους.
Αυτά είπε ο Άγγελος και για μια στιγμή έγινε άφαντος.
Η αγία μας χάρηκε πάρα πολύ και έσκυψε να προσκυνήσει και να ευχαριστήσει τον πολυαγαπημένο της Ιησού.
Από τότε, ο Άγγελος δεν έφυγε ποτέ από κοντά της αλλά κάθε μέρα τον έβλεπε πάντα δίπλα της και συζητούσαν σαν φίλος προς φίλο.
Της φανέρωνε όλα τα μυστικά έργα, όχι μόνο των μοναχών αλλά και όλων των ανθρώπων που ερχόντουσαν να την συμβουλευτούν.
Έτσι μπορούσε να συμβουλεύει σωστά τον καθένα και να τον γλυτώνει από τις παγίδες του σατανά πιο εύκολα.
Αν κάποιος βαρυνόταν με κανένα μεγάλο αμάρτημα, του υπενθύμιζε τη φοβερή κόλαση, που καταδικάζονται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί. Έφερνε τότε σαν παράδειγμα το δικό του αμάρτημα, το οποίο απεκάλυπτε με διπλωματικό τρόπο, ώστε χωρίς να ντροπιάζει τους άλλους να τους φέρνει εύκολα στη μετάνοια και την εξομολόγηση.
Οι μοναχές δεν μπορούσαν να της κρύψουν τίποτα, γιατί ακόμα και τον πιο μικρό κακό λογισμό τον ήξερε. Έτσι αν κάποια μοναχή ξεχνούσε ή δεν τον θυμόταν και δεν τον εξομολογόταν, τότε της τον υπενθύμιζε για να μετανοήσει.
Η φήμη της απλώθηκε από στόμα σε στόμα σ’ όλη την αυτοκρατορία. Από παντού ερχόντουσαν να την δουν, να μετανοήσουν για τα λάθη τους και να ακούσουν τα σοφά παρηγορητικά της λόγια. Όλοι ζητούσαν την θαυματουργή προσευχή της για να έχουν ειρήνη και ευτυχία.

11. ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΨΕΙ Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ

Όλα αυτά έκαναν το δαίμονα να λυσσάει από το κακό του και να ψάχνει να βρει τρόπο να εκδικηθεί την αγία μας.
 Μια νύχτα, κατά την συνήθειά της, σήκωσε τα χέρια στον ουρανό για να προσευχηθεί. Σαν λάβα καυτή από ηφαίστειο έβγαινε η προσευχή από τα βάθη της ψυχής της. Οι δαίμονες ούρλιαζαν και την απειλούσαν. Δεν μπορούσαν να αντέξουν την προσευχή της, γιατί αυτό που τους έκαιγε πιο πολύ από όλα τα ασκητικά της κατορθώματα και τους έκανε να υποφέρουν ήταν η πύρινη προσευχή της.
Εκείνη λοιπόν τη νύχτα, μαζεύτηκαν όλοι γύρω της και άρχισαν να κάνουν μεγάλη φασαρία. Φώναζαν άγρια, έβριζαν, προκαλούσαν φοβερούς κρότους, ταραχές, θορύβους, έσειαν το κελί της, λες και ήθελαν να το κρημνίσουν, μόνο και μόνο για να σταματήσει η αγία μας την προσευχή της. Ένας από αυτούς ο πιο σιχαμερός, ήρθε κοντά της και άρχισε να την κοροϊδεύει λέγοντας:

- Ειρήνη ξύλινη, που σε βαστάζουν πόδια ξύλινα, μέχρι πότε θα πικραίνεις το γένος μας; Μας καις με τις προσευχές σου και μας δίνεις τόση λύπη και θλίψη!

Ενώ αυτά έλεγε εκείνος ο δαίμονας, οι άλλοι την περιτριγύρισαν με πηδήματα άγρια και άρχισαν να κλαίνε για τη συμφορά που τους βρήκε.
Την φοβέριζαν πως, αν δεν σταματήσει την προσευχή της, θα την κάψουν και θα την σκοτώσουν.
Μάταια όμως. Η αγία δεν έδινε καθόλου προσοχή στα λόγια τους αλλά συνέχιζε ατάραχη και ακίνητη τη φλογερή προσευχή της. 
Τότε ο δαίμονας, αφού δεν μπόρεσε να σταματήσει την προσευχή της, έβαλε φωτιά στο κουκούλι της κεφαλής της για να την κάψει.
Γρήγορα η φωτιά απλώθηκε παντού, σ’ όλο της το ράσο και έκαψε όχι μόνο αυτό,  αλλά και αυτές ακόμη τις σάρκες της. Δηλαδή τους ώμους, το στήθος, τα νεφρά, και τη ράχη.
Θα καιγόταν ολόκληρη, αν δεν την έπαιρνε είδηση κάποια αδελφή που έμενε δίπλα από το κελί της.
Αυτή, μόλις μυρίστηκε τη μυρωδιά της καμένης σάρκας και του ράσου, έτρεξε γρήγορα στο κελί της αγίας μας, για να την δει όλη κατακαμένη, φριχτό θέαμα, χωρίς καθόλου να σαλεύει.
Έσβησε γρήγορα τη φωτιά και κατέβασε τα ανυψωμένα στον ουρανό χέρια της αγίας Ηγουμένης της. Έκπληκτη όμως την άκουσε να της λέει με παράπονο:

- Γιατί μου προξένησες τόσο κακό, παιδί μου; Γιατί με στέρησες τόσων αγαθών; Μέχρι την ώρα αυτή, παραστεκόταν δίπλα μου Άγγελος Κυρίου, που μου έπλεκε ένα στεφάνι από διάφορα άνθη. Ήταν τόσο ωραία και ευωδιαστά, που ανθρώπινα μάτια δεν έχουν ξαναδεί. Κι όταν άπλωσε τα χέρια του να μου το φορέσει στο κεφάλι, ήρθες εσύ και επιμελήθηκες του σώματος μου, κάνοντας τον Άγγελο να φύγει βλέποντας σε. Έτσι μου προξένησες αντί χαρά, λύπη και ζημιά ανυπολόγιστη. 

Σαν άκουσε αυτά τα λόγια η μοναχή, έπεσε στα πόδια της αγίας κλαίγοντας και ζητώντας της συγνώμη.
Όπως ξεκολλούσε τα καμένα ράσα από τις σάρκες της, έβγαινε τέτοια μεθυστική ευωδία από το σώμα της, που ξεπερνούσε και τα πιο πολύτιμα αρώματα. Για πολλές μέρες ευωδίαζε το μοναστήρι από αυτό το άρωμα, προκαλώντας το θαυμασμό όλων.
Επειδή δεν είχε άλλο ράσο η αγία μας, της έφερε η μοναχή ένα άλλο και την έντυσε.
Σε λίγες μέρες ο Κύριος θεράπευσε πλήρως και τα εγκαύματα της οσίας Ειρήνης και της έδωσε άλλο ένα μεγάλο χάρισμα, να προφητεύει.

12. ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΡΔΑ

Ένα δείγμα του προφητικού χαρίσματος που της έδωσε ο Θεός είναι και αυτό.        
Όταν την επισκέφθηκε κάποιος άνθρωπος με το όνομα Κύριλλος από το σπίτι της αδελφής της, που ήταν γυναίκα του στρατηγού και πρωθυπουργού Βάρδα, τον παρακάλεσε να πει στην αδελφή της να μαζέψει γρήγορα τα πράγματά της, γιατί θα σκοτωθεί ο άνδρας της από το βασιλιά Μιχαήλ.
Αλλά και ο βασιλιάς θα σκοτωθεί, εξ’ αιτίας των πολλών αδικιών του, για να ανεβεί άλλος βασιλιάς στο θρόνο της αυτοκρατορίας,  που θα σέβεται το Θεό.
Πράγματι, μετά από λίγες μέρες επαληθεύθηκε η προφητεία της οσίας Ειρήνης. Φονεύεται ο στρατηγός Βάρδας και στη συνέχεια και ο βασιλιάς Μιχαήλ. Στο θρόνο ανέβηκε τότε ο Μακεδών Βασίλειος.

13. Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΑΝΑΠΑΥΣΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΟΥ

Ένας ενάρετος χριστιανός, που ονομαζόταν Χριστόφορος, ερχόταν συχνά στο μοναστήρι και συνομιλούσε με την αγία Ειρήνη για αρκετή ώρα. Αφού τέλειωσε τη συνομιλία, πήρε την ευχή της και σηκώθηκε να φύγει. Η αγία μας τότε του λέει:

- Πήγαινε στο καλό, παιδί μου. Ο Κύριος ας αναπαύσει μετά των δικαίων το πνεύμα σου.

Ο άνθρωπος ταράχτηκε από τα λόγια αυτά, γιατί ήξερε ότι τίποτε δεν έλεγε η αγία χωρίς νόημα. Εκείνη, αφού τον καθησύχασε λέγοντας του ότι ήταν το μυαλό της αλλού, τον άφησε να φύγει ήρεμος. Ο Χριστόφορος πήγε στο σπίτι του χωρίς κανένα σύμπτωμα αρρώστιας, έφαγε καλά και εντελώς ξαφνικά παρέδωσε το πνεύμα του.
Μια μοναχή που ήταν μαζί στη συνομιλία που είχε με τον Χριστόφορο, της είπε κάπως ελεγκτικά:

- Γιατί, Μητέρα μου, μίλησες έτσι στο Χριστόφορο και έφυγε κάπως λυπημένος;

- Δεν τα είπα αυτά, παιδί μου, από μόνη μου αλλά διότι έβλεπα ένα λαμπρό νέο, που ήταν δίπλα του και κρατούσε ένα ακονισμένο δρεπάνι. Μερικοί δε άλλοι κοντά του, μετρούσαν τα χρόνια της ζωής του με τα δάχτυλα. Έλεγαν μάλιστα πως ήταν σήμερα η τελευταία του μέρα. Αν δεν πιστεύεις, στείλε την αδελφή Ευήθεια στο σπίτι του για να διαπιστώσεις ότι πέθανε.

Πράγματι, την στείλανε και τον βρήκε νεκρό, προκαλώντας το θαυμασμό όλων για το μεγάλο αυτό χάρισμα που της έδωσε ο Θεός.
Η ίδια όμως, δεν έδινε καμιά αξία σ’ όλη αυτή τη δόξα που της έδιναν οι άνθρωποι και ανάλογα συμβούλευε και τις μοναχές της.
Τις παρότρυνε να αποφεύγουν τις τιμές των ανθρώπων, σαν  να ήταν το πιο δυνατό δηλητήριο φιδιού.
Τους τόνιζε πως, η ψυχή που αγαπά τις τιμές των ανθρώπων ποτέ δεν θα δοξαστεί από το Θεό. Πιο πολύ θα δοξαστούν και θα ευλογηθούν από το Θεό αυτοί που με υπομονή υποφέρουν τις διάφορες αρρώστιες τους.
Κάποτε, διδάσκοντας με σοφία την αδελφότητα, έλεγε:

- Πιστέψτε με αδελφές μου, εάν είχα κάποια παρρησία στο Θεό, θα τον παρακαλούσα να είμαστε όλες τις ημέρες της ζωής μας άρρωστες. Είναι ανυπολόγιστη η ωφέλεια της ψυχής μας από τις αρρώστιες του σώματος, όταν μάλιστα αυτός που ασθενεί ευχαριστεί και δοξάζει το Θεό, ομολογώντας ότι δίκαια παιδεύεται.

14. ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΑΙ ΣΩΖΕΙ ΕΝΑΝ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟ

Ένας μεγάλος και ένδοξος άρχοντας, συγγενής της αγίας, φυλακίσθηκε από  το βασιλιά και επρόκειτο να τον πετάξει στη θάλασσα για να σκοτωθεί, επειδή κάποιοι συκοφάντες εχθροί του είπαν πολλά ψέματα στο βασιλιά.
Αφού οι συγγενείς του δεν μπόρεσαν να μεταπείσουν το βασιλιά, κατέφυγαν στην αγία Ειρήνη ζητώντας την βοήθεια της.
Εκείνη λυπήθηκε, δάκρυσε πικρά, αναστέναξε για την αδικία και αφού τους παρηγόρησε, αποσύρθηκε στο κελί της για να προσευχηθεί.
 Όλα τα προβλήματα των ανθρώπων τα έλυνε με την θερμή προσευχή της στο Χριστό.
Εκείνο το βράδυ, βλέπει ο βασιλιάς στον ύπνο του να μπαίνει μια μοναχή στο δωμάτιο του,  να τον φοβερίζει και να του λέει:

- Σήκω αμέσως βασιλιά και ελευθέρωσε αυτόν που από φθόνο των άλλων φυλάκισες. Αν δεν με ακούσεις, θα παρακαλέσω τον Βασιλιά των Ουρανών να σε θανατώσει και να ρίξει στα θηρία το σώμα σου για να το φάνε.

- Ποια είσαι συ, που με φοβερίζεις; Πώς τόλμησες και μπήκες μέσα στο δωμάτιο μου τέτοια ώρα και μου μιλάς με τέτοια αυθάδεια;

- Εγώ είμαι η Ηγουμένη της Μονής του Χρυσοβαλάντου, Ειρήνη.

Αφού είπε αυτά, τον κέντησε τόσο δυνατά στα πλευρά δυο φορές, που από οργή και πόνο ξύπνησε ο βασιλιάς για να την δει τώρα και με τα μάτια του μπροστά του. Για άλλη μια φορά επανέλαβε τα ίδια λόγια η αγία και στη συνέχεια βγήκε από την πόρτα και έφυγε.
Τρομοκρατήθηκε τότε ο βασιλιάς πάρα πολύ και φώναξε τους στρατιώτες, που φρουρούσαν το δωμάτιο του, για να μάθει αν είδαν την μοναχή. Αυτοί ορκίστηκαν πως όλες οι πόρτες ήταν κλειστές και κανείς δεν μπήκε στο διαμέρισμα του. Κατάλαβε τότε πως ήταν θεϊκό όραμα, γι’ αυτό και έστειλε αμέσως να του φωνάξουν τον φυλακισμένο.
Τον ρώτησε γιατί έκανε τη νύχτα μαγείες για να αποφύγει το θάνατο και αν ήξερε την Ηγουμένη του Χρυσοβαλάντου.
Εκείνος αρνήθηκε ότι έκανε μαγείες και ότι ποτέ δεν συνωμότησε εναντίον του βασιλιά.  Όσο για την Ηγουμένη του Χρυσοβαλάντου, πρόκειται για μια συγγενή του, ενάρετη και αγιασμένη Ηγουμένη, που δεν βγαίνει ποτέ από το μοναστήρι της.
Ο βασιλιάς για να βεβαιωθεί, έστειλε το πρωί στο μοναστήρι μερικούς άρχοντες του Παλατιού και έναν ζωγράφο, για να του φέρει τη μορφή της αγίας.
Όλα αυτά τα πληροφορήθηκε η αγία από τη Χάρη του Θεού. Φωνάζει λοιπόν την αδελφότητα και τους λέει:

- Σήμερα φτάνουν απεσταλμένοι από το βασιλιά πολλοί άρχοντες, μη φοβηθείτε. Ο Θεός φροντίζει για το συμφέρον μας.

Πράγματι, σε λίγο, φτάσανε οι απεσταλμένοι και μπήκαν στην εκκλησιά, όπου ήταν μαζεμένες οι αδελφές με την αγία Ειρήνη.
Αφού προσκύνησαν τις άγιες εικόνες, σήκωσαν τα μάτια τους να δουν την Ηγουμένη.
Μια αστραπή μεγάλη βγήκε τότε από το πρόσωπο της αγίας, που στράβωσε τους άρχοντες και τους έκανε να πέσουν κάτω.
Η αγία τους σήκωσε και με γλυκό και στοργικό τρόπο τους είπε:

- Μη φοβάστε παιδιά μου, άνθρωπος είμαι και εγώ σαν και σας. Πέστε μόνο στο βασιλιά, που από απιστία σας έστειλε εδώ, να ελευθερώσει από τη φυλακή τον άνθρωπο αυτό γιατί δεν του έφταιξε σε τίποτα. Αν με παρακούσει θα του συμβούν αυτά που του είπα.

Οι άρχοντες φοβήθηκαν από αυτά που άκουσαν και είπαν με λεπτομέρεια στο βασιλιά όλα όσα είδαν και άκουσαν.  Του έδειξαν δε και την εικόνα της.
Εκείνος, σαν τα άκουσε, τρόμαξε και φώναξε δυνατά:

- Ελέησε με Θεέ μου κατά το μέγα σου έλεος.

Για πολλή ώρα έμεινε να θαυμάζει την εικόνα της, που έμοιαζε καταπληκτικά με τη μοναχή εκείνη που ήρθε τη νύχτα στο δωμάτιο του και του μίλησε.
Το πρωί, αφού ελευθέρωσε πρώτα τον φυλακισμένο άρχοντα και του ζήτησε συγγνώμη, έστειλε πολλά δώρα και ένα γράμμα στην αγία που της έλεγε:

- Ελευθέρωσα, κατά την προσταγή σου, δούλη του Θεού, τον αθώο. Σ’ ευχαριστώ που με γλύτωσες από έναν κίνδυνο. Να με συγχωρήσεις που δεν σε πίστεψα την πρώτη φορά και σε ενοχλήσαμε. Να προσεύχεσαι για μας και σε παρακαλούμε και εγώ και η βασίλισσα να έλθεις εδώ στο παλάτι για να μας ευλογήσεις. Αν πάλι δεν θέλεις να έλθεις, να έρθουμε εμείς στο μοναστήρι να σε προσκυνήσουμε.

Όταν πήρε τα δώρα και το γράμμα η αγία, του απάντησε:

- Ο Θεός, βασιλιά μου, σαν φιλάνθρωπος που είναι, συγχωράει όλες τις αδυναμίες μας, γιατί δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού αλλά την μετάνοιά του. Αυτόν λοιπόν να ευχαριστείς και να δοξάζεις και όχι εμένα. Ούτε συ να έλθεις εδώ ούτε εγώ στα Ανάκτορα. Δε χρειάζεσαι ευλογία από μένα την αμαρτωλή, γιατί έχεις τον αγιώτατο Πατριάρχη και τόσους άλλους αγίους Αρχιερείς και πνευματικούς Πατέρες της Εκκλησίας μας. Αν τηρείς τους νόμους του Θεού και τις πνευματικές τους συμβουλές, θα σε ευλογεί ο Θεός και θα κυβερνήσεις το λαό με σύνεση και δικαιοσύνη.  Αν δεν κάνεις αυτά που σου λέω και θελήσεις να έρθεις, θα εξοργίσεις το Θεό και δεν θα σου βγει σε καλό. Αν πάλι με ακούσεις, η Χάρις  του Θεού θα σε σκεπάζει από κάθε κακό και θα σε γλυτώνει από κάθε πειρασμό.

Ο βασιλιάς με χαρά πήρε τα δώρα που του έστειλε η αγία σαν ευλογία, όπως και το γράμμα της. Λυπήθηκε μόνο που δεν αξιώθηκε να δει το άγιο πρόσωπο της.
Από τότε την είχε σε μεγάλη ευλάβεια και της έστελνε τακτικά διάφορα δώρα, ζητώντας κάθε φορά την ευχή και την ευλογία της.
 Όσον αφορά τη συγγενή της, που χάρη σ’ αυτήν σώθηκε, αυτός έπεσε στα πόδια της αγίας και την ευχαριστούσε με δάκρυα για το καλό που του έκανε. Η αγία μας τον συμβούλεψε να φυλάει τις εντολές του Θεού, αν θέλει ποτέ στο εξής να μην του συμβεί άλλος πειρασμός ή οποιοδήποτε κακό.

15. ΔΙΩΧΝΕΙ ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΛΥΝΕΙ ΜΑΓΙΑ

Ένα από τα πολλά χαρίσματα που είχε η αγία Ειρήνη ήταν και αυτό. Να διώχνει από δαιμονισμένους τα δαιμόνια και να ελευθερώνει τους ανθρώπους εκείνους που υπέφεραν από μάγια.
Ο δαίμονας υπέφερε στην παρουσία και την προσευχή της αγίας. Πόσες φορές έντρομος εγκατέλειπε τον άνθρωπο που βασάνιζε με μόνη την προσταγή της!
Πολλές φορές όμως και εκείνος, για να την εκδικηθεί για τα πολλά βάσανα που του έδινε με την πύρινη προσευχή της, την πίκραινε, πειράζοντας τις μοναχές της ή τους ανθρώπους που ήταν κοντά της.
Έτσι πείραξε και ένα παλικάρι που δούλευε στα αμπέλια του μοναστηριού. Αφού πρώτα του έβαλε στην καρδιά σατανικό έρωτα για μια αφιερωμένη ψυχή, στη συνέχεια μπήκε μέσα του και δαιμονίστηκε. Τότε η αγία μας, για να αποφύγει τον ανθρώπινο έπαινο αν τον θεράπευε, τον έστειλε στο ναό της αγίας Αναστασίας για να τον θεραπεύσει εκείνη. Παρουσιάζεται όμως στον ύπνο της η αγία Αναστασία και της λέει:

- Για να με πειράξεις μου έστειλες αυτόν τον δαιμονισμένο; Μάθε αγαπημένη μου αδελφή Ειρήνη ότι μόνο εσύ μπορείς να τον θεραπεύσεις.

Τότε η αγία μας, με ταπείνωση και υπακοή στην εντολή της αγίας Αναστασίας, έστειλε να ξαναφέρουν πίσω το παλικάρι αυτό, που το έλεγαν Νικόλαο.
Ο δαίμονας εξαγριωμένος, αφού έσπασε τις αλυσίδες με τις οποίες είχαν δεμένο το παλικάρι, όρμησε πάνω στον ιερέα που εκείνη τη στιγμή λειτουργούσε. Τότε η αγία τον πρόσταξε στο όνομα του Χριστού να σταματήσει. Ο δαίμονας έμεινε ευθύς ακίνητος, λες και καρφώθηκαν τα πόδια του στη γη.
Με πίστη βαθιά, σήκωσε τα αγιασμένα χέρια της στον ουρανό και η πύρινη της προσευχή ανέβηκε στο θρόνο του Θεού. Τα δάκρυα κύλισαν καυτά και έκαιγαν τον δαίμονα που ούρλιαζε από το κακό του.
Μόλις τέλειωσε την προσευχή της, γύρισε στο δαιμονισμένο παιδί ή καλύτερα πες στον δαίμονα που ήταν μέσα στο παλικάρι, και τον διέταξε να βγει και να πάει στην κόλαση, τον τόπο που του αξίζει.
Ουρλιαχτά τρομερά ακουστήκανε, που έκαναν τους πάντες να φοβηθούν. Το παλικάρι, αφού έπεσε κάτω βγάζοντας αφρούς από το στόμα του, έμεινε τελείως ακίνητο, σαν νεκρό. Νόμιζαν για μια στιγμή ότι πέθανε. Η αγία μας όμως, πήγε κοντά του και το σήκωσε πάνω. Το δαιμόνιο εξαφανίστηκε και ο Νικόλαος είχε θεραπευθεί.
Αφού τον νουθέτησε αρκετά, να μη δίνει αφορμές στο σατανά για να τον πειράζει, του είπε αυστηρά να λέει σε όλους ότι ο Παντοδύναμος Κύριος τον θεράπευσε με τις πρεσβείες των Αγγέλων Του.

16. ΤΑ ΜΑΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Από την πατρίδα της οσίας Ειρήνης ήρθε κάποτε μια κοπέλα να γίνει μοναχή. Είχε ευγενική καταγωγή  και ήταν πολύ ωραία. Την κοπέλα αυτή την αγάπησε ένα παλικάρι και ήθελε να την παντρευτεί. Στην αρχή, πιεσμένη και από τους γονείς της που ήθελαν το νεαρό αυτό για γαμπρό τους, δέχτηκε και τον αρραβωνιάστηκε.
Μετά όμως, μια και μέσα στην καρδιά της δεν τον αγαπούσε αληθινά, αφού ήθελε να αφιερωθεί στο Χριστό και να γίνει μοναχή, διέλυσε αυτόν τον αρραβώνα και πήγε στο μοναστήρι του Χρυσοβαλάντου. Η αγία Ειρήνη είδε την απλότητα και την εγκάρδια αγάπη της στο Χριστό και την έκανε μοναχή.
Ο δαίμονας, που έψαχνε να βρει ευκαιρία για να πληγώσει την αγία, μπήκε μέσα στην καρδιά του πρώην αρραβωνιαστικού της και φούντωσε σαν φωτιά τον έρωτα του γι’ αυτήν. Επειδή δεν μπόρεσε να τη βγάλει από το μοναστήρι, πήγε σ’ ένα μάγο για να της κάνει μάγια, ώστε να επιστρέψει πίσω σ’ αυτόν και να την παντρευτεί.
Ο μάγος προσκάλεσε τότε τους πιο ισχυρούς δαίμονες, της έκαμε μάγια και τους έστειλε κατόπιν στο μοναστήρι να πειράξουν τη μοναχή. Ήταν τόσο ισχυρά τα μάγια, που η γυναίκα έχασε τα μυαλά της. Γύριζε σαν τρελή γύρω - γύρω το μοναστήρι φωνάζοντας το όνομα του παλικαριού. Απειλούσε δε με όρκους πως, αν δεν την άφηναν να πάει κοντά του, θα πνιγόταν.
Όλη η αδελφότητα με εντολή της αγίας Ειρήνης, νήστεψε όλη την εβδομάδα και με θερμές προσευχές, κάνοντας από χίλιες μετάνοιες η κάθε μια, παρακαλούσαν το Θεό να λυτρώσει από τα δεσμά του σατανά την αδελφή τους.
Την τρίτη νύχτα, εκεί που προσευχόταν στο κελί της με καυτά δάκρυα η αγία Ειρήνη, βλέπει σε όραμα τον Μέγα Βασίλειο να της λέει: 

- Γιατί μας ονειδίζεις, Ειρήνη, ότι αφήνουμε και γίνονται στην πατρίδα μας τα μιαρά, σατανικά μάγια;  Δεν ξέρεις πως παραχωρεί ο Κύριος στους δαίμονες κάποια ψευτοεξουσία για να δοκιμάζει τους εκλεκτούς Του; Όταν ξημερώσει, πάρε την άρρωστη μαθήτρια σου και έλα στο ναό των Βλαχερνών. Εκεί θα έρθει η Μητέρα του Κυρίου μας να την θεραπεύσει.

Αυτά είπε ο άγιος Βασίλειος και χάθηκε.
Το πρωί, αφού πήρε μαζί με την άρρωστη και άλλες δύο αδελφές, ήρθε στο Ναό που της υπέδειξε ο άγιος. Πέρασαν όλη την ημέρα τους με δάκρυα και προσευχές μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
Τα μεσάνυχτα, όταν από τον πολύ κόπο έκλεισαν για λίγο τα μάτια τους, βλέπει η αγία στον ύπνο της πολύ κόσμο που φορούσαν χρυσές στολές και ήταν ολόφωτοι, να ραίνουν με  μυρωδάτα λουλούδια τους δρόμους και να θυμιάζουν. Πλησίασε και τους ρώτησε:

- Για ποιο λόγο κάνετε τόση ετοιμασία;

- Έρχεται η Μητέρα του Θεού και πρέπει και συ να ετοιμαστείς για να την προσκυνήσεις. Να, έφτασε η Παντάνασσα!
Είδε τότε η οσία Ειρήνη ένα αμέτρητο πλήθος φωτεινών ανθρώπων να κατεβαίνει από τον ουρανό και ανάμεσα τους την Υπεραγία Θεοτόκο. Άστραφτε τόσο πολύ το πρόσωπο της, που δεν μπορούσε άνθρωπος να το δει.
Η Παναγία αφού πέρασε από όλους τους αρρώστους, έφτασε και στην άρρωστη μοναχή. Η αγία μας, με αμέτρητη αγάπη και ευλάβεια, έσκυψε να προσκυνήσει τα άχραντα πόδια της Θεοτόκου, όταν την άκουσε να φωνάζει τον Μέγα Βασίλειο και να τον ρωτά τι ήθελε η Ειρήνη. Εκείνος της είπε όλη την υπόθεση.
Κάλεσε τότε η Θεοτόκος την αγία Αναστασία να έρθει κοντά της. Όταν εκείνη ήρθε, της είπε:

- Πηγαίνετε μαζί με τον Βασίλειο στην Καισάρεια, εξετάστε με επιμέλεια την περίπτωση της και να θεραπεύσετε αυτή την κόρη, γιατί σε σας έδωσε ο Υιός και Θεός μου αυτή τη Χάρη.

Κι ενώ ο άγιος Βασίλειος και η αγία Αναστασία έφυγαν αμέσως να εκτελέσουν τη διαταγή, άκουσε η Ειρήνη τη φωνή της Θεοτόκου που της έλεγε να επιστρέψει στο μοναστήρι, γιατί εκεί θα θεραπευθεί.
Πλημμυρισμένη από χαρά η αγία μας, γι’ αυτά που είδε και άκουσε, φανέρωσε το όραμα της στις άλλες αδελφές και επέστρεψαν αμέσως στο μοναστήρι τους. Ήταν ημέρα Παρασκευή.
Αφού τέλειωσαν τον εσπερινό στην κατανυκτική τους εκκλησία,  διηγήθηκε το όραμα της και σ’ όλη την αδελφότητα. Με το τέλος της αφήγησης, παρακάλεσε όλες τις αδελφές της να σηκώσουν τα χέρια στον ουρανό και να φωνάξουν μ’ όλη τους την καρδιά και με δάκρυα το ¨Κύριε ελέησον[ [   πολλές φορές.
Ενώ η προσευχή των μοναζουσών, σαν πύρινος στύλος ανέβαινε στον ουρανό, ξαφνικά, όλες οι αδελφές βλέπουν με θαυμασμό τον άγιο Βασίλειο και την αγία Αναστασία να πετάνε στον αέρα.

- Άπλωσε Ειρήνη τα χέρια σου να πάρεις αυτά που σου φέραμε και μη μας ονειδίζεις πλέον άδικα.

Τα λόγια αυτά τα είπε στην οσία Ειρήνη ο άγιος Βασίλειος, γιατί η αγία μας μπροστά στην εικόνα του προσευχόταν συνεχώς, ώστε να διώξει τους μάγους από την πατρίδα τους, την Καππαδοκία και την Καισάρεια.
Άπλωσε λοιπόν τα χέρια της και έπιασε στον αέρα ένα δέμα που της έδωσε ο άγιος Βασίλειος. Ζύγιζε περίπου τρεις λίτρες. Όταν το άνοιξαν, βρήκαν μέσα διάφορα μάγια, σπάγκους, τρίχες, μολύβια, δεσίματα και ονόματα δαιμόνων. Βρήκαν και δυο μικρά μολυβένια αγαλματάκια, το ένα σαν άνδρας και το άλλο σαν γυναίκα, ενωμένα σε αισχρή αμαρτία.
Το δέμα αυτό με τα μάγια το έστειλε το πρωί, μαζί με δυο μοναχές και την άρρωστη, στο  Ναό των Βλαχερνών για να τα λειτουργήσει ο ιερέας. Αυτός, μετά τη θεία Λειτουργία, έχρισε με λάδι από το καντήλι της Παναγίας την άρρωστη και έβαλε όλα τα μαγικά πάνω στα κάρβουνα.
Καθώς αυτά καιγόντουσαν και τα μολυβένια αγαλματάκια έλιωναν πάνω στη φωτιά, έβγαιναν από τα κάρβουνα δυνατές φωνές, σαν των γουρουνιών όταν τα σφάζουν. Τρομοκρατημένοι οι άνθρωποι που τ’ άκουγαν, έφευγαν μακριά, θαυμάζοντας τη δύναμη της πίστης μας και δοξάζοντας τον Θεό.
Μόλις έλιωσαν όλα τα μάγια, θεραπεύθηκε τελείως η άρρωστη μοναχή και ευχαριστούσε την αγία μας με δάκρυα ευγνωμοσύνης και αγάπης.
Όλες οι μοναχές και ο κόσμος θαύμαζαν το μεγαλείο της αγιότητας της δούλης του Θεού Ειρήνης.
Η Ειρήνη όμως, απόφευγε τον έπαινο των ανθρώπων και με μεγάλη ταπείνωση κατηγορούσε τον εαυτό της σαν να ήταν η ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου. Τόσο πολύ κατανυγόταν με αυτές τις σκέψεις, που για να μη βλέπουν οι άνθρωποι το πάντα δακρυσμένο πρόσωπο της, το σκέπαζε με το ράσο της.

17. ΣΚΥΒΟΥΝ ΤΑ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ ΣΤΗ ΓΗ

Υπάρχουν πολλές αρετές με τις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να φθάσει στον ουρανό. Μια όμως ξεχωρίζει από όλες τις υπόλοιπες τόσο πολύ, ώστε να μην υπάρχει σύγκριση.
Την ονομάζουν οι Πατέρες της Εκκλησίας βασίλισσα των αρετών, γιατί με αυτήν αξιώνεται ο κάθε άνθρωπος να συνομιλεί με Αυτόν τον Πλάστη και Θεό του. Μ’ αυτήν ο Θεός ακούει το πλάσμα Του και το γεμίζει με χάρη και ευσπλαχνία.
Οι άγιοί μας την υπεραγάπησαν και αγωνίστηκαν να την αποκτήσουν. Ήταν τόσο σημαντική γι’ αυτούς,  γιατί  ήξεραν ότι χωρίς αυτή δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν σταθερά, όχι μόνο καμιά άλλη αλλά ούτε και κανένα θεϊκό χάρισμα.
Αυτή η αρετή είναι η προσευχή. Είναι έργο αγγελικό, γιατί στον ουρανό οι άγγελοι μόνο με αυτό το έργο καταγίνονται. Δοξάζουν και υμνούν τον Θεό διαρκώς.
Και στη γη αυτοί που θέλουν να ζουν σαν άγγελοι και να υμνούν το Θεό ακατάπαυστα, αυτή την αρετή αγαπούν και λατρεύουν.
Αυτήν την αρετή αγάπησε και η αγία Ειρήνη, η Ηγουμένη της Μονής του Χρυσοβαλάντου.
Προσευχόταν συνέχεια, μέρα και νύχτα. Πότε μέσα στο κελί της και πότε έξω, κατά τις νύχτες, κάτω από τον έναστρο ουρανό, του οποίου την ομορφιά και την απεραντοσύνη θαύμαζε.
Μια νύχτα, βγήκε από το κελί της για να προσευχηθεί, κατά τη συνήθεια της, σε μια πανέμορφη δασωμένη άκρη του μοναστηριού, που δυο μεγάλα κυπαρίσσια δέσποζαν σαν λαμπάδες στο φυσικό αυτό  προσευχητάρι.
Δεν αντιλήφθηκε όμως και την παρουσία μιας άλλης μοναχής, που βρισκόταν και αυτή έξω εκείνη την ώρα, για κάποια δουλειά του μοναστηριού.
Σήκωσε τα χέρια της η αγία μας, όπως συνήθιζε στον ουρανό και άρχισε να προσεύχεται.
Σαν φωτιά, η αγάπη στον πολυαγαπημένο της Ιησού ανέβαινε στον ουρανό. Καιγόταν ολόκληρη από το θεϊκό έρωτα που είχε κυριεύσει τη ψυχή της.
Ένα θεϊκό άρωμα είχε ξεχυθεί ολόγυρά της και ο τόπος ευωδίαζε. Τα πόδια της δεν πατούσαν στη γη. Ήταν στον αέρα δυο πήχεις πιο ψηλά από το έδαφος.
Τα έχασε η αδελφή, που έμεινε να θαυμάζει την προσευχή της πνευματικής της Μητέρας. Σαν να μην έφτανε αυτό, δεύτερο θαύμα ήρθε να προστεθεί στο πρώτο.
Όση ώρα προσευχόταν, τα δυο πανύψηλα κυπαρίσσια που ήταν δεξιά και αριστερά της, έσκυψαν τις κορυφές τους στα πόδια της αγίας λες και ήθελαν να τα προσκυνήσουν.
Όταν τέλειωσε την προσευχή της, άγγιξε με τα ευλογημένα της χέρια τις κορυφές τους και τα ευλόγησε, κάνοντας πάνω τους το σημείο του σταυρού. Τότε εκείνα, αφού δέχτηκαν την ευλογία της αγίας, σήκωσαν τις κορυφές τους και πήραν την κανονική στάση.
Η μοναχή που ήταν εκεί, δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της αυτό που έβλεπε. Για τρεις περίπου ώρες έβλεπε το παράξενο και θαυμάσιο αυτό θέαμα. Για να βεβαιωθεί πως ήταν η αγία Ηγουμένη της, έτρεξε γρήγορα στο κελί της να δει αν ήταν μέσα. Όταν διαπίστωσε ότι ήταν πράγματι η Ειρήνη, την είχε πάρει είδηση και η αγία μας. Την παρακάλεσε τότε αυστηρά να μην το πει σε κανένα.
Αυτό με τα κυπαρίσσια δεν έγινε μόνο μια φορά αλλά τακτικά, όποτε η αγία μας προσευχόταν εκεί, δίπλα τους. Και αυτά, πάντοτε έσκυβαν ταπεινά τις κορυφές τους, για να δεχτούν την άγια της ευχή και ευλογία, λες και ήταν, μαζί με τις υπόλοιπες αδελφές, μέλη της αδελφότητας.
Μια νύχτα, που προσευχόταν εκεί με θερμή αγάπη στο μοναδικό έρωτα της καρδιάς της, τον πολυαγαπημένο της γλυκύ Ιησού και τα δάκρυα της μούσκευαν το έδαφος, με δυο μαντηλάκια που είχε μαζί της σκούπιζε τα πολλά πύρινα δάκρυα που ανέβλυζαν σαν από πηγή από τα μάτια της.
Γι’ αυτόν που αγαπά το Θεό με όλη του την καρδιά, δεν υπάρχει πιο ευτυχισμένη στιγμή. Αυτήν ζούσε και η αγία μας. Μόλις τέλειωσε εκείνη τη νύχτα την ουράνια συνομιλία της με τον Κύριο της, γύρισε και είδε τα δυο κυπαρίσσια που περίμεναν υπομονετικά να τα ευλογήσει. Τα χάιδεψε στοργικά και έδεσε από χαρά πάνω στις κορφές τους τα δυο δικά της μαντηλάκια.
Το πρωί με έκπληξη είδαν οι μοναχές τα δυο μαντηλάκια πάνω στις ψηλές κορφές των κυπαρισσιών και τα έχασαν. Ποιος άραγε μπόρεσε και κρέμασε τα δυο αυτά μαντηλάκια εκεί ψηλά, έλεγαν μεταξύ τους με απορία.
Δεν μπόρεσε να κρατήσει τότε το μυστικό η μοναχή εκείνη που είδε το θαυμάσιο αυτό θέαμα και το διηγήθηκε στις άλλες μοναχές. Όλες λυπήθηκαν πολύ που δεν τις ξύπνησε να δουν και αυτές το εξαίσιο τούτο θαύμα.
Λυπήθηκε όμως πολύ και η αγία μας, όταν έγινε γνωστό σε όλους το μυστικό της, και μάλωσε την αδελφή που την πρόδωσε. Με βαριά δε επιτίμια απαγόρευσε σε όλες, όσο αυτή θα ζούσε, να το μάθει και κάποιος άλλος. 

18. ΤΑ ΤΡΙΑ ΜΗΛΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Από τις διηγήσεις των αγίων της Εκκλησίας μας πληροφορούμαστε ότι πολλές φορές οι άγιοι, την ώρα της προσευχής τους, αξιωνόντουσαν από το Θεό να δουν και να απολαύσουν τον τόπο που χαρίζει ο Θεός σ’ αυτούς που θα τύχουν του ελέους και της ευσπλαχνίας Του, τον Παράδεισο. Γι’ αυτόν μίλησε με θαυμασμό πρώτος ο απόστολος Παύλος, όπως μας πληροφορεί η Καινή Διαθήκη. Στη συνέχεια όμως, ένα μεγάλο, αναρίθμητο πλήθος από αγίους ερημίτες, ασκητές και άλλους εραστές της δόξας του Θεού, αξιώθηκαν αυτής της καταπληκτικής εμπειρίας.
Η αγία Ειρήνη ήταν ένα απ’ αυτά τα ευλογημένα άτομα που πολλές φορές, κατά την διάρκεια της πύρινης προσευχής της στον αγαπημένο της Ιησού, μεταφέρθηκε από τον φύλακα άγγελό της στο χώρο του Παραδείσου.
Γι’ αυτόν μιλούσε τακτικά στις μοναχές του μοναστηριού της, τονίζοντας με έμφαση πως, η ειρήνη, η χαρά και η ευτυχία που επικρατεί εκεί, δεν συγκρίνονται με καμιά χαρά αυτού του κόσμου.
Μια νύχτα της Μεγάλης Σαρακοστής, η ψυχή της ήταν πάλι παραδομένη τελείως στην αγάπη του Ιησού. Σκεπτόταν το μεγαλείο της ευσπλαχνίας του Θεού, που για να λυτρώσει την πλανεμένη ανθρωπότητα καταδέχτηκε να γίνει άνθρωπος, να υποφέρει τόσα και τόσα βάσανα και στο τέλος να κρεμαστεί σαν κακούργος πάνω στο σταυρό.               
Έβλεπε νοερά τα πληγωμένα χέρια και πόδια του Κυρίου της και έσκυβε ταπεινά να τα ασπαστεί και να τα ράνει με τα μύρα των ματιών της.  Το ακάνθινο στεφάνι στο θεϊκό Του πρόσωπο, ράγιζε την καρδιά της και τα δάκρυα από τα μάτια της έτρεχαν σαν ποτάμι. 
Πόση χαρά πλημμυρίζει τον Κύριο μας, όταν του δίνουν τα παιδιά Του τέτοια γλυκιά αγάπη! Μαζί Του χαίρονται όλοι οι άγγελοι στον ουρανό και όλοι οι άγιοι.
Για όλους αυτούς που Τον αγαπούν ετοίμασε τον Παράδεισο, τον τόπο της απόλυτης ευτυχίας, θεϊκής ειρήνης και μοναδικής χαράς.
Στον τόπο αυτό, όπου οι μυριάδες των οσίων, αγίων και μαρτύρων κατοικούν, μετέφερε αυτή τη νύχτα και την αγαπημένη δούλη του Θεού Ειρήνη ο φύλακας άγγελος της.
Τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν την ομορφιά αυτών που είδε. Οι αστραπόμορφοι άγγελοι, οι δοξασμένοι μάρτυρες, το πλήθος των αγίων, που μαζί με τους αγγέλους έψαλλαν ύμνους ευχαριστίας και δοξολογίας, τοπία των οποίων η ομορφιά δεν είχε δει ποτέ ξανά, ήταν ένα μέρος της μοναδικής ωραιότητας του Παραδείσου.
Ανάμεσα στους αγίους αναγνώρισε και τον άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, τον αγαπημένο μαθητή του Κυρίου μας, τον οποίο ευλαβείτο πολύ.
Εκείνος, κρατώντας 3 μήλα που έκοψε από ένα θαυμάσιο δέντρο, ήρθε κοντά της, τη χαιρέτησε στο όνομα του Χριστού και της είπε:

- Χαίρε Ειρήνη, δούλη του Χριστού αγαπημένη. Πάρε αυτά τα 3 μήλα του Παραδείσου, για να τα έχεις παρηγοριά στη γη, μέχρι να αναχωρήσεις απ’ αυτή. Έτσι πρόσταξε ο Κύριος.

Άπλωσε η αγία Ειρήνη τα χέρια της και πήρε τα τρία αυτά μήλα, που ήταν τόσο διαφορετικά από τα συνηθισμένα. Ήταν πανέμορφα, μεγάλα, με άρωμα και ευωδία μοναδική. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει από ευτυχία.
Πάνω στη χαρά της, ξύπνησε και είδε με έκπληξη να κρατά στα χέρια της τα 3 μήλα του Παραδείσου, που της είχε δώσει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Έκλαψε από χαρά και ευχαρίστησε τον αγαπημένο της Ιησού, καθώς και τον αγαπημένο Του μαθητή.
Τα μήλα αυτά τα έδειξε την άλλη μέρα στις αδελφές της μοναχές για να τα ασπαστούν, λέγοντας τους ότι της τα έφερε ένας ναύτης από το νησί της Πάτμου, όπου είχε εξοριστεί ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος.
Το ένα από τα τρία μήλα, αφού νήστεψαν πρώτα όλες το έκοψε σε μικρά κομματάκια και το μοιράστηκαν όλες. Όταν το έκοψαν σε μικρά κομματάκια, ξεχύθηκε τέτοιο άρωμα σε όλο το μοναστήρι, λες και παρασκεύαζαν μύρα. Το ίδιο άρωμα έβγαινε και από το στόμα τους όταν το έτρωγαν.
Το δεύτερο μήλο το έστειλε στον Πατριάρχη.
Το τρίτο μήλο το κράτησε, για παρηγοριά και δύναμη, μέχρι το τέλος της ζωής της. Έκοβε κάθε φορά ένα ελάχιστο κομματάκι και αφού νήστευε πρώτα, το έπαιρνε σαν ευλογία. Κάθε φορά που μεταλάμβανε απ’ αυτό, μύριζε άρωμα όλο το μοναστήρι.

19. ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ

Με το θεάρεστο αυτό τρόπο, σαν επίγειος άγγελος, ζούσε  η αγία Ειρήνη, όταν μια νύχτα, εκεί που προσευχόταν στον αγαπημένο της Ιησού, βλέπει έναν άγγελο Κυρίου να εμφανίζεται και να της λέει:

- Χαίρε δούλη του Θεού Ειρήνη. Με έστειλε ο Κύριος μας να σου πω ότι, τον ερχόμενο χρόνο, αφού εορτάσεις τον Μεγαλομάρτυρα Παντελεήμονα, στις 28 του μηνός Ιουλίου, θα έρθεις να παρασταθείς στο θρόνο της Θεότητος.

Σαν άκουσε αυτά η αγία Ειρήνη, πλημμύρισε η καρδιά της από χαρά, γιατί ήρθε πλέον η ώρα που θα ήταν παντοτινά και αιώνια με τον γλυκύ της Ιησού.
Για τους αγίους, ο θάνατος είναι η πύλη της αιώνιας ευτυχίας και μακαριότητας, η ώρα που θα συναντήσουν Αυτόν που αγάπησαν και λάτρεψαν με όλη τους την ψυχή σ’ αυτή τη γη, γι’ αυτό και τον περιμένουν με χαρά.
Επί ένα χρόνο ζούσε με την προσδοκία πότε θα έρθει αυτή η ευλογημένη ώρα και στιγμή, που θα απολάμβανε τη μοναδική της αγάπη στον λατρεμένο της Σωτήρα.
Τα  δάκρυα χαράς που ανέβλυζαν διαρκώς από τις πηγές των ματιών της, δεν ξέφυγαν από την προσοχή των αδελφών του μοναστηριού της. Άρχισαν να την ρωτούν πιεστικά τι συμβαίνει. Εκείνη όμως, δε θέλει ακόμα να τις λυπήσει λέγοντας τους αυτά που ο άγγελος της ανακοίνωσε για τον ερχόμενο θάνατο της.
Το είπε μονάχα σε μια αδελφή, με το όνομα Μαρία, που τη βοηθούσε στη διακυβέρνηση του μοναστηριού και την οποία θα αφήσει για διάδοχο της στην Ηγουμενία.
Οι αδελφές όμως αντιλαμβάνονται ότι η αγία μας ετοιμάζεται για το επικείμενο τέλος της. Κάθε μέρα τις συμβουλεύει και τις ευλογεί με μητρική στοργή, λες και θα φύγει από κοντά τους. Δάκρυα λύπης τρέχουν από τα πρόσωπα όλων.

20. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Ο ένας χρόνος κύλισε. Η εορτή του αγίου Παντελεήμονος έφθασε. Στο μοναστήρι γίνεται αγρυπνία. Στην θεία Λειτουργία επικρατεί συγκίνηση και κατάνυξη. Όλες οι αδελφές έρχονται να πάρουν την ευχή της Ηγουμένης τους για να προσέλθουν στα Άχραντα Μυστήρια. Λες και είναι η τελευταία της θεία Λειτουργία.
Όλη η αδελφότητα είναι μαζεμένη γύρω από την υπέροχη αυτή πνευματική Μητέρα. Τέτοιες μητέρες δεν τις βρίσκεις εύκολα. Σπάνια εμφανίζονται στο ουράνιο πνευματικό στερέωμα, σαν υπέρλαμπρα άστρα, για να φωτίζουν και να οδηγούν απλανώς τους ανθρώπους.
Η 28η Ιουλίου του έτους 938 μ.Χ., έφθασε.
Εκείνη την ημέρα καμιά δεν θέλει να φύγει από κοντά της. Προαισθάνονται αυτό που θα συμβεί.
Η δούλη του Θεού δεν μπορεί να αντισταθεί στην τρυφερή αγάπη που της προσφέρουν τα πνευματικά της παιδιά, και τους αποκαλύπτει τότε αυτό που ο άγγελος την πληροφόρησε, για το θάνατο της.
Ξεσπούν όλες σε σπαρακτικά δάκρυα. Ο πόνος και η αβάσταχτη θλίψη απλώνεται σ’ όλο το μοναστήρι.
Τα λόγια της πέφτουν σαν πολύτιμη βροχή στις διψασμένες ψυχές τους. Η αγία του Θεού τις συμβουλεύει για τελευταία φορά και τους λέει:


- Σήμερα, αγαπημένα μου παιδιά, φεύγω απ’ αυτό τον κόσμο και δεν θα με βλέπετε πλέον, γιατί θα πάω κοντά σ’ Εκείνον που αγάπησε μοναδικά η καρδιά μου. Αφήνω για Ηγουμένη την αδελφή σας Μαρία. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Θα σας κυβερνήσει θεάρεστα. Αγωνιστείτε με όλη σας την καρδιά να περπατήσετε τη στενή και τεθλιμμένη οδό, όπως μας παραγγέλλει ο Κύριος, για να κερδίσετε τον Παράδεισο. Μισήσετε ότι είναι πρόσκαιρο και μάταιο και αγαπήσετε με όλη σας την καρδιά τις άγιες αρετές αλλά προπάντων την θεία προσευχή. Η αγάπη και η ταπείνωση ας είναι τα δυο φτερά, με τα οποία θα πετάτε ψηλά στον ουρανό. Η καρδιά σας να είναι δοσμένη στον αγαπημένο μας Ιησού. Τίποτε άλλο να μην υπάρχει εκεί, εκτός από την άγια Του μορφή.

21. Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ

Αυτά και άλλα σοφά και ψυχωφελή λόγια τους έλεγε, την τελευταία εκείνη ώρα. Μετά, αφού σήκωσε για τελευταία φορά τα αγιασμένα της χέρια στον ουρανό, προσευχήθηκε με αυτά τα λόγια.

- Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, ο ποιμένας ο καλός, που μας λύτρωσες όλους από την τυραννία του σατανά, με τα άγια Πάθη, τη θεία Σταύρωση και την αγία Σου Ανάσταση, σε Σένα παραδίνω σήμερα την ταπεινή μου ψυχή. Σκέπασε με τις αγίες φτερούγες της θεϊκής Σου αγάπης το μικρό αυτό ποίμνιο που μου εμπιστεύτηκες και οδήγησε όλες τις αδελφές στον αγιασμό και τη λύτρωση. Σε ευχαριστούμε και Σε δοξολογούμε πάντοτε.

Μόλις τέλειωσε την προσευχή της, ένα χαμόγελο και μια χαρά απλώθηκε σ’ όλο της το πρόσωπο. Οι άγιοι άγγελοι είχαν έρθει να συνοδέψουν στον ουρανό την αγιασμένη ψυχή της.
Ξαφνικά το πρόσωπο της φωτίζεται σαν τον ήλιο και με απερίγραπτη χαρά ψιθυρίζει:
- Να! Έρχονται οι άγιοι Άγγελοι! Ω Κύριε! Ας έχει δόξα το υπερύμνητο όνομα Σου.

Έπειτα σταυρώνει τα χέρια της, κλείνει τα μάτια της και παραδίδει στο Νυμφίο Χριστό την πανέμορφη αγία ψυχή της.

Ήταν 28 Ιουλίου του έτους 938 μ.Χ.

Η αγία μας, όταν κοιμήθηκε εν Κυρίω, ήταν 103 χρονών και παρά την μεγάλη της ηλικία, φαινόταν σαν πανέμορφη νέα, ίσως, για να μαρτυρεί την ωραιότητα της ψυχής της.

Με τις πρεσβείες της αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, ελέησε πολυέλεε Κύριε όλους εμάς τους ταπεινούς Σου δούλους. Αμήν.
___________________________
(Βίος υπό του π. Ελπιδίου Βαγιανάκη, Εκδόσεις Φως Χριστού)



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Βασιλείας γήινους πάλαι οὐκ ἔτυχες, ἀλλ' ἄφθαρτων στεφάνων νῦν σὲ ἠξίωσεν, ὁ Νυμφίος σου Χριστὸς ὁ ὡραιότατος ὢ καθιέρωσας σαύτην, ὅλη καρδία καὶ ψυχή, Εἰρήνη Ὁσία Μῆτερ, Χρυσοβαλάντου ἡ δόξα, ἠμῶν δὲ προσφυγὴ καὶ βοήθεια.


Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὴν τοῦ κόσμου εὔκλειαν, καταλιποῦσα Ὁσία, τῷ Χριστῷ νενύμφευσαι, τῷ Βασιλεῖ τῷ ἀφθάρτῳ, κάλλεσι, τῆς παρθενίας λελαμπρυσμένη, σκάμμασι, τῆς ἐγκρατείας πεποικιλμένη· διὰ τοῦτό σε Εἰρήνη, ὁ σὸς Νυμφίος λαμπρῶς ἐδόξασε.

Μεγαλυνάριον.
Τῆς Καππαδοκίας τὴν καλλονήν, καὶ Χρυσοβαλάντου, ὀδηγίαν τὴν ἀσφαλῆ, τὴν πηγὴν θαυμάτων, πηγάζουσαν τῷ κόσμῳ, Εἰρήνην τὴν Ὁσίαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.